Η ΠΡΟΕΡΓΑΣΙΑΑρχίζοντας λοιπόν το φινίρισμα με το στάδιο της προεργασίας, αν το ξύλο έχει πολύ ανοιχτούς πόρους, έχω δοκιμάσει (με σχετική επιτυχία) μια πρώτη δόση εφόδου με αραιωμένο ξυλόστοκο νερού. Αφού λοιπόν έχω τρίψει προηγουμένως με Ρ150 ή Ρ180, τον εφαρμόζω με το δάχτυλο κυκλικά (φορώντας ίσως κι ένα γάντι λατέξ) φροντίζοντας το προφανές, δηλαδή το γέμισμα των πόρων, και όσο γίνεται χωρίς να μένουνε εμφανή εξογκώματα στόκου για τρίψιμο (που ωστόσο γίνεται εύκολα με τέτοιους στόκους). Αναμειγνύω συχνά στόκους διαφόρων χρωμάτων ή προσθέτω χρώμα σε σκόνη ώστε η απόχρωση να είναι κοντά στο μέσο όρο της απόχρωσης του ξύλου αλλά →προς το σκούρο. Αυτή η διαδικασία "σηκώνει" τα νερά του ξύλου αλλά δε μας ανησυχεί γιατί εξομαλύνονται με το πρώτο γυαλοχάρτισμα (ας πούμε με Ρ180 ή Ρ220).
Στη συνέχεια εφαρμόζω πλούσια διαδοχικά στρώματα με το αστάρι που χρησιμοποιώ. Προσωπικά έχω καταλήξει για την ώρα σε ένα αστάρι οινοπνεύματος (wood hardener/sanding sealer), αρκετά συγγενικό με τη γομαλάκα, το οποίο στεγνώνει γρήγορα, δεν έχει επικίνδυνες μυρωδιές και τρίβεται εύκολα και «καθαρά».
Η διαδικασία του ασταρώματος έχει ως εξής:
1ο χέρι,
αναμονή 5~10λεπτά,
2ο χέρι,
Αναμονή ~μισή ωρίτσα ανάλογα με τις συνθήκες
3ο χέρι
Αναμονή μια-δυο ώρες ανάλογα με τις συνθήκες
Τρίψιμο με Ρ220
Όλα τα παραπάνω γίνονται και με οποιοδήποτε σφραγιστικό πόρων (sealer). Απλώς αυτό που βρήκα και χρησιμοποιώ στεγνώνει γρήγορα όπως είπαμε, δεν μυρίζει παρά οινοπνευματάκι -κάτι που ενδεχομένως και να συμβάλλει θετικά στο κέφι της εργασίας 😊- και το κυριότερο, τρίβεται καθαρά παράγοντας ξεκάθαρη σκόνη -και όχι αυτή τη λασπώδη/κολλώδη σκόνη που βουλώνει και αχρηστεύει τα γυαλόχαρτα.
***ΠΡΟΣΟΧΗ*** ΟΛΑ ΑΥΤΆ ΤΑ ΤΡΙΨΙΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΑΡΑΓΟΥΝΕ ΛΕΠΤΕΣ ΣΚΟΝΕΣ ΑΠΑΙΤΟΥΝ ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΚΑΛΗΣ ΜΑΣΚΑΣ!Τα ανεπιθύμητα γυαλιστερά στίγματα/κοιλώματα που αντιστοιχούν σε πόρους που δεν έχουν γεμίσει ακόμα, δεν εξαφανίζονται ποτέ με τον πρώτο κύκλο ασταρώματος.
Μπορεί να χρειαστούν 3, 4 ή και περισσότεροι κύκλοι όπως ο παραπάνω, ώστε το νορμάλ τρίψιμο (όπως περιγράφεται παρακάτω)
να μην αφήνει πλέον γυαλιστερά στίγματα. Έχοντας κάνει όλα τα προβλεπόμενα λάθη

, έχω μάθει ότι για να εξαλείψω αυτά τα κοιλώματα,
δεν πρέπει να επιμένω πολύ σε τοπικά τριψίματα, αλλά να τρίβω την επιφάνεια με κάποια ομοιογένεια, συνήθως κυκλικά και με τη βοήθεια ενός μαλακού τάκου. *
Όταν λοιπόν πάψω να βλέπω τα άτιμα τα αστεράκια που γυαλίζουν, τρίβω μια τελευταία φορά με ψιλότερο νούμερο, Ρ320 ή Ρ400. Και επειδή ο διάολος έχει πολλά ποδάρια, ελέγχω (με πρόσθετα γυαλιά πρεσβυωπίας 4ων βαθμών) όλη την επιφάνεια μήπως αυτά τα τελευταία τριψίματα ανοίξανε τίποτα καινούργιους πόρους (μου έχει συμβεί κι αυτό!)
Η περιγραφή της προεργασίας κλείνει εδώ με επίλογο το δίδαγμα που μου έχει κοστίσει περισσότερο στην όλη διαδικασία του φινιρίσματος:
Το ακριβό δίδαγμα λοιπόν (που ακόμα εξακολουθώ να ψιλο-παραβαίνω στα κρυφά αλλά πάντοτε το μετανιώνω) είναι ότι στην προεργασία ποτέ δεν πρέπει ν’ αφήνω κοιλώματα που γυαλίζουν, δηλαδή πόρους που δεν έχουνε γεμίσει με την προσδοκία ότι, ε, δεν μπορεί, κάτι θα γεμίσουν και τα βερνίκια.
Η παρόρμηση αργότερα να εξαφανίσω όλα τα γυαλιστερά στίγματα έχει καταλήξει επανειλημμένα στο παρελθόν να τρυπήσω το βερνίκι, ή ακόμα χειρότερα, να τρυπήσω τοπικά
και την προεργασία! Δηλαδή …μπακ του σκουερ ουαν.
Ζαμέ!