Παρακολούθηση – Έλεγχος ΞήρανσηςΜέχρι τώρα είδαμε τις γενικές κατευθύνσεις της πορείας των διαφόρων φάσεων της ξήρανσης, πράγμα που δεν είναι όμως αρκετό. Για να φέρουμε σε πέρας μία σωστή ξήρανση, χρειάζεται συνεχής έλεγχος της πορείας της, που να βασίζεται στη συμπεριφορά του ξηραινόμενου ξύλου, το οποίο αναλόγως με το είδος, τη δομή και τις διάφορες φυσικές ιδιότητές του, αντιδρά με τρόπο που δεν είναι ίδιος για όλα τα ξύλα. Για να ανταποκριθεί η ξήρανση στις απαιτήσεις μας, χρειάζονται ορισμένες επεμβάσεις στην πορεία της.
Ο έλεγχος γίνεται με την εξακρίβωση ανά ορισμένα σταθερά διαστήματα των δύο σημαντικών παραγόντων της κανονικής ξήρανσης:
1ον. Της υγρασίας βάσει των 6 δειγμάτων (τα δείξαμε και σε προηγούμενη δημοσίευση) που τα τοποθετούμε στη στοιβάδα της προς ξήρανση ξυλείας μέσα στο ξηραντήριο και σε τέτοια θέση, ώστε να αντιπροσωπεύουν όλες τις καταστάσεις υγρασίας και
2ον. Των επικίνδυνων τάσεων του ξύλου.
Ο έλεγχος της υγρασίας του ξύλου γίνεται σε τρεις φάσεις:
α) Πριν από την ξήρανση: Από την προς ξήρανση ξυλεία διαλέγουμε τις δυο πιο υγρές πλάκες απ’ τις οποίες παίρνουμε τέσσερα δοκίμια α, β, γ, δ που πρέπει να απέχουν αρκετά μακριά από τα άκρα του ξύλου, ώστε να αντιπροσωπεύουν την πραγματική υγρασία του. Τα δοκίμια πρέπει να έχουν πάχος 0,5-1 εκατοστά και αφού τα ζυγίσουμε ακριβώς τα ξηραίνουμε σε ειδικό κλίβανο (πυριαντήριο) για να βρούμε την υγρασία τους βάσει του ξηρού βάρους τους. Ταυτόχρονα παίρνουμε και τα έξι τεμάχια Α, Β, Γ, Δ, Ε, Ζ, τα οποία αποτελούν τα καλούμενα δείγματα ξηράνσεως.
β) Κατά τη διάρκεια της ξήρανσης: Κάθε πρωί, από την επόμενη της έναρξης της ξήρανσης, βγάζουμε από το ξηραντήριο όλα τα δείγματα και τα ζυγίζουμε. Με βάση το ξηρό βάρος τους, που βρέθηκε από τα δοκίμια, υπολογίζεται η υγρασία του ξύλου. Ο έλεγχος αυτός μας επιτρέπει να γνωρίζουμε:
1) Αν η ξήρανση ακολουθεί τη δοθείσα θεωρητική καμπύλη.
2) Αν η ξήρανση είναι ομοιογενής σε όλα τα σημεία της στοιβάδας. (Αν δε συμβαίνει αυτό θα πρέπει να γίνουν ανάλογες προσθήκες στην αίθουσα ώστε η κίνηση του αέρα να είναι ομοιόμορφη).
3) Το πιο σημαντικό είναι ότι ο ημερήσιος έλεγχος μας επιτρέπει να διορθώσουμε την υγρασία και τη θερμοκρασία του αέρα του θαλάμου με τέτοιο τρόπο ώστε να ανταποκρίνεται στην υγρασία του ξύλου.
γ) Μετά την ξήρανση. Ο τελευταίος έλεγχος της υγρασίας γίνεται αμέσως πριν τη διακοπή της ξήρανσης για να εξακριβωθεί η τελική υγρασία των δειγμάτων.
Επαναλαμβάνεται ότι ο έλεγχος της υγρασίας με τα ηλεκτρικά υγρόμετρα και όχι με τη μέθοδο που περιγράψαμε, δεν δίνει ορθά αποτελέσματα παρά μόνο σε ψυχρό ξύλο.Έλεγχος των τάσεων του ξύλου – Σφάλματα ξήρανσηςΚατά τη διάρκεια της ξήρανσης μπορεί να δημιουργηθούν στο ξύλο επικίνδυνες τάσεις, είτε εσωτερικές, είτε εξωτερικές. Οι επιφανειακές τάσεις δημιουργούν εξωτερικές ραγαδώσεις γι' αυτό και δεν είναι πολύ επικίνδυνες.
Αν όμως οι εξωτερικές τάσεις δε διορθωθούν εγκαίρως και συνεχισθεί η ξήρανση, μπορεί να δημιουργηθούν εσωτερικές τάσεις. Αυτές δημιουργούν εσωτερικά σκασίματα, τα οποία δε φαίνονται στην ακατέργαστη ξυλεία, αλλά φανερώνονται μετά την κατεργασία της στο εργαστήριο. Ο έλεγχος των τάσεων γίνεται με τα δοκίμια τάσεων. Με τη μέθοδο αυτή, κατά τη διάρκεια της ξήρανσης, ανά 2-3 μέρες παίρνουμε και από μία πλάκα από το ξηραντήριο, από την οποία αφαιρούμε 3-4 δοκίμια. Αν η πλάκα έχει πάχος μέχρι 25 χιλιοστά κόβουμε το δοκίμιο όπως φαίνεται στο σχήμα α, αν είναι παχύτερη όπως στο σχήμα β.
Αν δεν υπάρχουν τάσεις στο ξύλο, είτε εσωτερικές είτε εξωτερικές, τα σκέλη του δοκιμίου (φουρκέττα) μένουν αδρανή.
Αν υπάρχουν εξωτερικές τάσεις τότε, τα σκέλη του δοκιμίου ανοίγουν προς τα έξω
(αντίστροφη περικελύφωση) και υπάρχει κίνδυνος δημιουργίας επιφανειακών ραγάδων. Αυτό συνήθως συμβαίνει όταν αρχίζει η ξήρανση.
Αν υπάρχουν εσωτερικές τάσεις τότε τα σκέλη του δοκιμίου κλείνουν προς το εσωτερικό
(περικελύφωση). Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει κίνδυνος δημιουργίας εσωτερικών ρωγμών
(κυψελίδωση).Ακόμη μπορεί να συμβεί και πλήρης κατάρρευση του ξύλου
(κόλλαψη), ήτοι παραμόρφωση με εσωτερικές ρωγμές.
[ Invalid Attachment ]
Για να γίνουν αντιληπτές οι υφιστάμενες τάσεις θα πρέπει τα δοκίμια να τοποθετηθούν σε θερμαινόμενη αίθουσα και όχι σε κλίβανο.
Διόρθωση των τάσεων: Όταν εμφανισθούν ραγάδες επιφανείας στα πριστοτεμάχια, πρέπει αμέσως να αυξήσουμε την υγρασία του θαλάμου, με απ’ ευθείας τροφοδότηση ατμού (η σχετική υγρασία του θαλάμου πρέπει να φτάσει 90-95%), μέχρι να κλείσουν οι ραγάδες γιατί περαιτέρω άτμιση αυξάνει τον κίνδυνο να δημιουργηθούν εσωτερικές τάσεις, λόγω της διόγκωσης της εσωτερικής επιφάνειας και της αδιαβροχοποίησής της. Η διόρθωση αυτή συνήθως κρατάει μία με μιάμιση ώρες περίπου. Αν περάσουν απαρατήρητες οι μικρές ραγάδες και έχουν γίνει ήδη μεγάλες, τότε αυξάνουμε τη σχετική υγρασία του θαλάμου μόνο μέχρι 80-85% για 4-5 ώρες.
Όταν υπάρχει κίνδυνος να δημιουργηθούν εσωτερικές τάσεις, τότε πρέπει να γίνει άτμιση του ξύλου διάρκειας 5-20 ωρών, σε μία θερμοκρασία 60-70° C με την αύξηση της σχετικής υγρασίας του θαλάμου σε 60-90% ανάλογα με την υγρασία του ξύλου.
Εδώ τελειώνει αυτό το τόσο ενδιαφέρον (κατά την άποψή μου) κομμάτι για την υγρασία και την ξήρανση του ξύλου. Στο επόμενο θα δούμε τεχνολογίες κατεργασίας του ξύλου όπως την άτμιση, τη συγκόλληση, τη διαμόρφωσή του με υψίσυχνα ρεύματα και την αδιαβροχοποίησή του με χρήση αμμωνίας.