Συνεχίζουμε με περισσότερες (κατά τη γνώμη μου απαραίτητες) λεπτομέρειες για την ξήρανση.
Ξυλεία από κωνοφόρα είδη όπως πεύκη, ελάτη κ.τ.λ. πάχους πάνω από 5 εκ., μπορεί να στοιβάζεται σ’ όλες τις εποχές του έτους, με διαχωριστικά πηχάκια 2,5 εκ., σε αποστάσεις από 80 εκ. μέχρι 1 μέτρο μεταξύ τους ενώ για ξυλεία μικρότερου πάχους η απόσταση των διαχωριστικών πήχεων πρέπει να κυμαίνεται από 40-60 εκ.
Ξυλεία από πλατύφυλλα είδη, τα οποία ραγαδώνονται εύκολα όταν η επιφάνειά τους ξεραίνεται ή παρουσιάζουν τάσεις παραμόρφωσης, όπως η οξυά, η δρυς κ.λπ., πρέπει να στοιβάζονται τους φθινοπωρινούς μήνες ή κατά τη διάρκεια του χειμώνα με πηχάκια 2,5 εκ. Για την άνοιξη ή το καλοκαίρι, αν και κανονικά αυτό θα ‘πρεπε να αποφεύγεται, πρέπει να χρησιμοποιούνται πηχάκια μικρότερου πάχους από 1-1,5 εκ.
Γενικώς σε κάθε στοιβάδα πρέπει να υπάρχει κενός χώρος περίπου ίσος προς το 20% του όγκου της. Πάντως το πάχος των πήχεων, η απόσταση μεταξύ τους κ.τ.λ. ποικίλουν στα διάφορα είδη και στους διάφορους τόπους και η πείρα δείχνει τον καλύτερο συνδυασμό.
Η
αυτοστοίβαξη της ξυλείας (που κανονικώς αποφεύγεται) χρησιμοποιείται στα διάφορα καδρονοειδή και στους στρωτήρες των σιδηδρόμων όπου ως πηχάκια χρησιμοποιούνται τα ίδια τα ξύλα που πρόκειται να ξεραθούν.
Η στοίβαξη χλωρής ξυλείας ή ξυλείας που δεν ξεράθηκε καλά χωρίς τη χρησιμοποίηση διαχωριστικών πήχεων, κανονικώς δεν πρέπει να γίνεται ούτε και για μικρό χρονικό διάστημα, κυρίως όταν ο καιρός είναι θερμός ή υγρός, γιατί ευνοείται η ανάπτυξη των διαφόρων μυκήτων, ακόμα και μέσα σ’ ελάχιστες ώρες, με αποτέλεσμα την ποιοτική υποβάθμιση.
Τέλος μπορεί να γίνει και
όρθια στοίβαξη της ξυλείας. Και ο τρόπος αυτός πρέπει να αποφεύγεται, γιατί εγκυμονεί τραυματισμό του ξύλου, λόγω του βάρους του και εύκολη επιφανειακή ραγάδωση, επειδή η υγρασία εξατμίζεται γρήγορα από την επιφάνεια, κυρίως όταν ο καιρός είναι θερμός.
Για την προστασία της ξυλείας από τον ήλιο, βροχή, χιόνι κ.λπ. οι στοιβάδες πρέπει να σκεπάζονται με διάφορα στέγαστρα που να αφήνουν ανοιχτές τις γύρω πλευρές, ώστε η ξυλεία να αερίζεται καλώς.
Η διάρκεια ξήρανσης είναι ανάλογη με το τετράγωνο του πάχους. Η ξυλεία που είναι κομμένη κατ’ εφαπτομένη ξηραίνεται πιο γρήγορα, απ’ ότι η κομμένη κατ’ ακτίνα. Επίσης τα μαλακά ξύλα για να στεγνώσουν χρειάζονται το μισό χρόνο απ’ ότι τα σκληρά.
Επειδή μετά το τέλος της φυσικής ξήρανσης τα ξύλα έχουν πάρει την οριστική τους μορφή, οποιοδήποτε στράβωμα που οφείλεται στη κακή στοίβαξη παραμένει σαν μόνιμο ελάττωμα και καθιστά το ξύλο άχρηστο. Συνήθως, όταν η ξήρανση αρχίζει το καλοκαίρι τελειώνει σε 4-5 μήνες. Όταν αρχίζει το φθινόπωρο διαρκεί 8-10 μήνες.
[ Invalid Attachment ]
Η ξυλεία που προορίζεται για κοινές κατασκευές αφήνεται λίγο χρόνο και δεν επιδιώκεται η πλήρης ξήρανση. Συνήθως όταν είναι μαλακή αφήνεται προς ξήρανση επί ένα έτος. Η ξυλεία για έπιπλα αφήνεται περισσότερο χρόνο, μέχρι δύο χρόνια,
ενώ τέλος αν προορίζεται για ειδικές κατασκευές, όπως μουσικά όργανα, μπορεί να παραμείνει επί 4 χρόνια για να ξεραθεί τελείως.
Ξυλεία μεγάλου πάχους 10-20 cm για να ξηρανθεί ομοιόμορφα χρειάζεται πολλά χρόνια, γι’ αυτό σ' αυτά τα πάχη συνιστάται επανάπριση, ξήρανση σε μικρότερες διαστάσεις και επανακόλληση.
Η φυσική ξήρανση καπλαμάδων γίνεται με την τοποθέτηση μεμονομένων φύλλων πάνω σε ράφια, μέσα σ’ αποθήκες που έχουν παραθυρόφυλλα που ανοιγοκλείνουν, ανάλογα με την εξωτερική υγρασία και γίνεται γρήγορα, μέσα σε μέρες. Το καλοκαίρι για να μη σκιστούν, παίρνονται μέτρα, ώστε να υπάρχει κατάλληλο περιβάλλον από πλευράς υγρασίας και θερμοκρασίας, ώστε η υγρασία ισορροπίας να βρίσκεται γύρω στο 20%. Πρακτικώς αυτό γίνεται, με τη διαβροχή του πατώματος με νερό ή με εκτόξευση σταγονιδίων ψυχρού νερού μέσα στην αποθήκη με τη βοήθεια ανεμιστήρα, καθώς πέφτει το νερό.
Στην κατασκευή αντικολλητών (κόντρα πλακέ), για την εξουδετέρωση των τάσεων τα νερά των διαδοχικών στρώσεων των καπλαμάδων πρέπει να είναι κάθετα μεταξύ τους.
Τελική υγρασίαΗ ξυλεία μετά την ξήρανση πρέπει να έχει
υγρασία ανάλογη με την χρήση για την οποία προορίζεται. Αδικαιολογήτως χαμηλή τελική υγρασία δεν πρέπει να επιδιώκεται εκεί που δεν χρειάζεται, γιατί αυτό σημαίνει άσκοπη αναμονή και δαπάνη.
Αν ο προορισμός της ξήρανσης είναι η προστασία από προσβολές μυκήτων κατά τη διάρκεια της μεταφοράς της ξυλείας με αυτοκίνητα, πλοία κ.τ.λ. η υγρασία υποβιβάζεται στο 20% ή λίγο χαμηλότερα και στον τόπο προορισμού μπορεί να γίνει συμπληρωματική ξήρανση.
Όταν η ξυλεία προορίζεται για εξωτερικά κουφώματα η υγρασία πρέπει να κατεβαίνει σε επίπεδα 12-15%.
Για κατασκευές εσωτερικών χώρων με κεντρική θέρμανση, το ξύλο πρέπει να ξεραίνεται μέχρι που η υγρασία του να κατέβει σε 6-8%. Αυτό ισχύει κυρίως για τα παρκέτα, γιατί αν η υγρασία δεν είναι χαμηλή η συρρίκνωση που θα ακολουθήσει θα προκαλέσει ανοίγματα σε αρμούς.
Για την οργανοποιία η τελική υγρασία είναι από 10-12%.
Πλεονεκτήματα – Μειονεκτήματα φυσικής ξήρανσηςΗ φυσική ξήρανση παρουσιάζει κυρίως το πλεονέκτημα του χαμηλού κόστους αλλά έχει και αρκετά μειονεκτήματα που τα κυριότερα είναι ότι δεν μπορούμε να πετύχουμε την επιθυμητή υγρασία του ξύλου, κυρίως κάτω από 12% που είναι πολύ μεγάλη για την επιπλοποιία, τα παρκέτα και τα εσωτερικά κουφώματα, υπάρχει κίνδυνος να προσβληθεί το ξύλο από μύκητες και έντομα και η διάρκεια της ξήρανσης να είναι μεγάλη.
Συνεχίζεται με την τεχνητή ξήρανση.