Ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια αλλά δυστυχώς απέχω πολύ από το να είμαι master. Θα το φέρω στην έκθεση και θα το δείτε και από κοντά. Ειδικά από φινίρισμα χάνει πολύ.
Ναι τα λουκούμια ήταν σούπερ.
Επιφυλάσομαι να απαντήσω ακόμα για το ποιο είναι ποιο.
Ωραίος ο Στέλιος που το έπιασε τον διαφορετικό τόνο.
Σχετικά με τον Καραγκιόζη δεν θυμάμαι σε ποια παράσταση το είχα δει, αλλά με ένα γκούγκλισμα βρήκα την σχετική αναφορά στα παρακάτω απόσπασματα (Τα πέντε άρθρα της πείνας και μεσιτεία) - Δεν το είχα δει σε αυτή αλλά προφανώς υπάρχει και σε άλλη:
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ - Ε ρε μανούλα μ'. Όσο θέλεις κλέβε, κι όσα θέλει ο Θεός σου δίνει. Είναι ζωή αυτή παιδί μου; Ένας ωσάν κι εμένα και να πεινάει! Πεινάω. Πεινάω, παιδί μου. Πώς να το πω, πει-νάαα-ώ. Να, μα το Θεό, πεινάω. Έχω από την παραμονή του Λαζάρου να φάου και Λάζαρος που μας έρχεται, χρόνος. Αφού έμαθα σε πόσα άρθρα διαιρείται η πείνα. Ίσαμε τώρα έχω μάθει τα πέντε κύρια άρθρα. Πρώτο κύριο άρθρο της πείνας είναι η γουργούριση των εντέρων. Δεύτερο η ατρόχιση των οδόντων. Τρίτο είναι η εγκοπή των ποδών. Τέταρτο η κομμάρα στα μάτια και πέμπτο, ζωή στα γαϊδουρο-κατσικο-μουλαρά μου! Είναι ζωή λοιπόν αυτή; Έτσι μου ’ρχεται να πάω ν' αυτοκτονήσω! Και δε με νοιάζει τίποτα άλλο, που θα με πάνε στο νεκροταφείο και θα με κοροϊδεύουν οι άλλοι πεθαμένοι, «Μωρέ, κι εδώ νηστικός μας ήρθες!». Πρέπει λοιπόν να δώσω τέρμα στη ζωή μου, προτού πεθάνω νηστικός. Να πάρω ένα μπιστόλι, να δώσω μια κουμπουριά εκεί (δείχνει) να παν τα μυαλά μου στον αέρα. Αλλά, αν είχα μπιστόλι θα το πούλαγα. Θα σκοτωνόμουνα πρώτα και κατόπιν θα το πούλαγα. Αλλά πάλι άσχημος θάνατος ο σκοτωμός. Καλύτερα να πέσω στο πηγάδι να πνιγώ. Με το ένα, δύο, τρία, μπαταμπλούμ μες στο πηγάδι. Αλλά έτσι κι έχει νερό μες στο πηγάδι; Μωρέ, αν πέσω μέσα να πνιγώ, θα βραχώ και θα πάρω καμιά πούντα. Μα, γώ θέλω να πάω από πνιγμό, δε θέλω να πάω από σαρανταπλεμονία. Κι αν είναι και βαθύ θα σκοτωθώ στο δρόμο. Για φαντάσου να με βγάνουνε απ' το πηγάδι και να με στρώσουν χάμου, να 'ρχεται ο κόσμος να με βλέπει σκοτωμένο! Ο ένας θα λέει• «Λείπει το 'να του ποδάρι• πώς θ' ανεβαίνει στις ταράτσες να κλέβει τη ντομάτα τον πελτέ;» Ο άλλος θα λέει• «Ε! τον καημένο! Στραμπούλιξε το μάτι του. Τώρα, πώς θα βλέπει τις τσέπες για ν' αρπάζει τα πορτοφόλια;» Ο άλλος θα λέγει. «Μπα! έκοψε τα δάχτυλα του• πώς θα κόβει τις καδένες για ν' αρπάζει τα ρολόγια;» Γι' αυτό κι αυτός ο θάνατος δε μ' αρέσει. Θέλω να πεθάνω απ' ένα γλυκύ θάνατο. Έτσι να φάου καμιά σαρανταριά λουκούμια και να πεθάνω. Ή να φάου κάνα ταψί κανταΐφι, να σκάσω, να πάω στην οργή. Ναι, θα πεθάνω από λουκουμοθάνατο. (φεύγει)
....
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ - Ιδού, κύριε. Απεφάσισα να ποθάνω, να πάω από λουκουμοθάνατο. Όπως μπήκα λοιπόν σ' ένα καφενείο, βρίσκω μια κάσα λουκούμια. Την πήρα, την ακούμπησα χάμου, έκανα τα πατερημά μου, είπα σχωράτε με κι ο Θεός να σας σχωρέσει κι άρχισα να τρώω λουκούμια ν' αποθάνω. Αφού είχα φάει καμιά εξηνταριά λουκούμια, μπαίνει ο καφετζής μέσα:
- Βρε, μου λέει. Τι κάνεις αυτού;
- Πεθαίνω, κύριε, του λέω.
- Πεθαίνεις, μασκαρά!!!!
Και μ' αρχινάει στο ξύλο. Βλέπουν κι οι άλλοι θαμώνες, έρχονται κι αυτοί. Τρέχω, γλιτώνω και να 'μαι στη καλύβα να κοιμάμαι.
....