Η εμπορική ονομασία του ξύλου προέρχεται από την Ακτή του Ελεφαντοστού. Η ποικιλία την Γκάνα λέγεται Νιαγκόν. Φύεται στις δασώδεις ακτές της Δυτικής Αφρικής από τη Σιέρα Λεόνε. Στη Λιβερία και την Ακτή του Ελεφαντοστού μέχρι τη Γκάνα. Εξάγεται σε ορθογωνική κοπή 25 με 50χλσ. πάχος, 150χλσ. και πάνω πλάτος και μήκος πάνω από 2μ. Μοιάζει με ανοιχτόχρωμο μαόνι αλλά είναι λίγο βαρύτερο με μέση πυκνότητα 0,64 (648 κιλά/μ³) και έχει ρητινώδεις χυμούς που το κάνουν λαδερά σαν το τικ.
Ξηραίνεται αρκετά γρήγορα και έχει μεσαία "κίνηση". Είναι δυνατό σαν το μαόνι, αλλά γενικά σκληρότερο και έχει μεγαλύτερη αντίσταση στο σκίσιμο κλπ. Είναι κατάλληλο για εξωτερική χρήση και πάρα πολύ δύσκολο να εμποτιστεί με συντηρητικά.
Επεξεργάζεται εύκολα με εργαλεία χεριού και μηχανικά. Έχει την τάση να ανοίγει στο κάρφωμα. Οι δυσκολίες στο βερνίκωμα (εξ' αιτίας του λαδιού) ξεπερνιούνται με τη χρήση ενός αλκαλικού διαλύματος. Με την προϋπόθεση στοκαρίσματος βερνικώνεται πολύ καλά.
Εφαρμόζεται ευρέως στην Ευρώπη για εξωτερική και εσωτερική χρήση στην ξυλουργική στο φυσικό του χρώμα. Επίσης χρησιμοποιείται στη ναυπηγική και για πατώματα. Η χρήση του οφείλεται και στη χαμηλή του τιμή σε σχέση με το μαόνι. (Στην Ελλάδα εισάγονται, επίσης τα είδη: αμπουρά - λίμπα, μπετέ, τιάμα, κάγα, εξπελέ, σίπο ή βενγκέ).